ανταπαντώ


ανταπαντώ
ανταπαντώ, ανταπάντησα βλ. πίν. 60
——————
Σημειώσεις:
ανταπαντώ : στον προφορικό λόγο απαντάται στον ενεστ. και η κλίση κατά το αγαπάω (βλ. πίν. 58 ).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανταπαντώ — δίνω απάντηση για να αντικρούσω την απάντηση που έδωσε κάποιος σε προηγούμενο ερώτημα ή άποψη μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι) * + απαντώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • ανταπαντώ — άντησα, απαντώ σε απάντηση: Στην απαντητική επιστολή του ανταπάντησε κι εκείνος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανθυπαντώ — ἀνθυπαντῶ ( άω) (Α) ανταπαντώ, δίνω απάντηση σε αντιρρήσεις (Λογγίνος) …   Dictionary of Greek

  • ανθυποκρίνομαι — ἀνθυποκρίνομαι (Α) 1. ανταπαντῶ 2. υποκρίνομαι κι εγώ με τη σειρά μου …   Dictionary of Greek

  • ανθυποφέρω — ἀνθυποφέρω (AM) φέρνω αντιρρήσεις αρχ. 1. ανταπαντώ 2. προκαλώ οπισθοδρόμηση, καθυστέρηση 3. αλλάζω, προκαλώ ριζικές αλλαγές …   Dictionary of Greek

  • ανταπάντηση — η απάντηση που δίνεται για να αντικρούσει την απάντηση την οποία έδωσε κάποιος σε ερώτημα η άποψη που διατυπώθηκε προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανταπαντώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1845 στον φιλόλογο Γρηγόριο Παπαδόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • αντιτίθημι — ἀντιτίθημι (AM) (νεοελλ. μόνο το μέσο: αντιτίθεμαι) νεοελλ. ( εμαι) 1. είμαι αντίθετος, εναντιώνομαι σε κάτι 2. έχω αντίθετη φορά, κινούμαι προς την αντίθετη κατεύθυνση αρχ. μσν. ( μι) 1. αντιτάσσω, τοποθετώ κάτι ως εμπόδιο σε κάποιον 2.… …   Dictionary of Greek

  • ξαναλέγω — και ξαναλέω (Μ ξαναλέγω) 1. λέγω κάτι για δεύτερη ή για πολλοστή φορά, ξεστομίζω πάλι, επαναλαμβάνω 2. ανταπαντώ, αποκρίνομαι πάλι νεοελλ. φρ. «τά ξαναλέμε» συνεχίζουμε τη συζήτηση …   Dictionary of Greek